2009 | Ε(κ)σωτερικότητες: Τέχνη, πολιτική και κοινωνία σε εποχή κρίσης. Ημερίδα/ διοργάνωση: Πανεπιστημίο Θεσσαλίας

 

Να κάνουμε πολιτική, (1)

της Κοινότητας Ανοικοδόμησης*

(Εισήγηση της Κοινότητας Ανοικοδόμησης στην Επιστημονική Ημερίδα που διοργάνωσε το Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας το Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2009 στο Μουσείο Μπενάκη, με θέμα: Ε(κ)σωτερικότητες: Τέχνη, πολιτική και κοινωνία σε εποχή κρίσης)

 

Θα επιχειρήσουμε, αρχικά, να αντιστρέψουμε τη σειρά των δεδομένων που μας δίνει ο τίτλος της ημερίδας: τέχνη, πολιτική και κοινωνία σε εποχή κρίσης, τίτλος που συνοψίζει το συχνό, τελευταία, ερώτημα: Με ποιον τρόπο/ τρόπους η τέχνη διαχειρίζεται, ανακεφαλαιώνει ή και εξαργυρώνει πολιτικά αιτήματα για την κοινωνία, το δημόσιο χώρο και τη δημόσια σφαίρα γενικότερα ή όπως διατυπώθηκε πιο επιτακτικά σε πρόσφατη δημόσια συζήτηση(2) : «πως μπορούμε να κάνουμε τέχνη, όταν γύρω γίνεται της πουτάνας;».

Θα επιχειρήσουμε επίσης να παρακάμψουμε ερωτήματα του τύπου: «Μπορεί η σύγχρονη τέχνη να θεωρηθεί ένα είδος πολιτικής και κοινωνικής δράσης και υπό ποιες προϋποθέσεις;» τα οποία είναι φυσικό να θέτουν ζήτημα για τη δυνατότητα της σύγχρονης τέχνης να οικειοποιηθεί τα κοινωνικά προτάγματα της εποχής της, εφόσον συνεχίζουν να την τοποθετούν σε ένα πεδίο αυτόνομο, πέραν της κοινωνικής πραγματικότητας, ή σε ένα πεδίο το οποίο διατηρεί μεν μια σχέση αλλά μάλλον ιδιότυπη(3) και βασικά απομακρυσμένη από το παρόν πολιτικό και κοινωνικό συγκείμενο. Τα παρακάμπτουμε επειδή θεωρούμε ότι τέτοιου τύπου ερωτήματα, έχοντας ως αφετηρία την τέχνη έξωθεν (ότι δηλαδή η ενέργειά της κατευθύνεται απέξω προς την κοινωνία), ουσιαστικά την αθωώνουν από την κατηγορία της ενσωμάτωσής της στην κοινωνία της αγοράς και, ταυτόχρονα, την απαλλάσσουν από την κατηγορία της μετατροπής της σε φορέα του κυρίαρχου λόγου και απολογητή μιας ψευδεπίγραφης αστικής δημοκρατίας, η οποία όπως αναφέρει ο Τάκης Φωτόπουλος σε πρόσφατο άρθρο του στην Ελευθεροτυπία(4), «δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική δημοκρατία ως την άμεση άσκηση κάθε εξουσίας από τον ίδιο το λαό και όχι από τις πολιτικές ελίτ των επαγγελματιών πολιτικών και τις οικονομικές ελίτ που ελέγχουν τη διεθνοποιημένη καπιταλιστική οικονομία της αγοράς».

Όταν, λοιπόν, η σύγχρονη τέχνη ή η σύγχρονη θεωρία περί τέχνης μιλά με όρους της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας, μιας δημοκρατίας που παραμένει κενή νοήματος καθώς στην πραγματικότητα το μόνο δικαίωμα που επιβιώνει σήμερα είναι το δικαίωμα στην κυριαρχία (έχω δικαίωμα να διεκδικώ την κυριαρχία, την εξουσία), τότε στην πραγματικότητα (η τέχνη) δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να συντηρεί το ίδιο το σύστημα που τη γεννά και να αμφισβητεί μόνο κατά παραγγελία. Τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρόσφατη διοργάνωση από το ΥΠΕΧΩΔΕ της έκθεσης «Art and Nature», με την οποία ουσιαστικά νομιμοποιεί –μέσω μιας πολυπροβαλλόμενης εκδήλωσης και με τη συμμετοχή πληθώρας καλλιτεχνών– την ψήφιση του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, ένα κείμενο που απροκάλυπτα θυσιάζει το φυσικό περιβάλλον στο βωμό της κερδοσκοπίας του κεφαλαίου.(5)

Δεν μας ενδιαφέρει να αμφιβάλλουμε, λοιπόν, για τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η σύγχρονη τέχνη προσεγγίζει το κοινωνικό πεδίο. Κι αυτό γιατί πιστεύουμε ότι η τέχνη είναι σαφώς κομμάτι της κοινωνίας (ο καλλιτέχνης είναι πρωτίστως κοινωνικό υποκείμενο), η τέχνη εδράζεται μέσα στο κοινωνικό σώμα, ανεξάρτητα από το βαθμό που σε κάθε αντίστοιχη ιστορική συγκυρία είναι ριζωμένη στην κοινωνική πραγματικότητα ή το βαθμό που αυτονομείται ως ιδεολόγημα της αστικής κοινωνίας. Η τέχνη απηχεί την κοινωνία.

Θεωρούμε ότι είναι μάλλον πιο σημαντικό να αναδιατυπώσουμε το αρχικό ερώτημα διατηρώντας όμοιους όρους: Με ποιον τρόπο μια κοινωνία σε κρίση –κρίση οικονομική, κοινωνική, πολιτική, αξιακή– και σε αναταραχή μπορεί να ακούσει τη φωνή μιας τέχνης που συνήθως ψιθυρίζει πίσω από τους χοντρούς και υψηλούς τοίχους των κατεξοχήν θεσμικών χώρων (μουσείων, ιδρυμάτων, γκαλερί) μέσα σε διαδρόμους τηλεοπτικών στούντιο ή εφημερίδων ή μέσα σε εκθεσιακούς χώρους όπου διοργανώνονται καλλιτεχνικές εκδηλώσεις με υπέρογκες κρατικές ή ιδιωτικές επιχορηγήσεις;

Το ερώτημα είναι μάλλον ρητορικό, αφού με τον τρόπο που διατυπώνεται εμπεριέχει και την απάντησή του καθώς ταυτίζει την πρακτική της σύγχρονης τέχνης (δηλαδή, τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί μέσα στη σύγχρονη κοινωνία, τους θεσμούς από τους οποίους πλαισιώνεται, το σύστημα βάσει του οποίου συντηρείται) με τη συντηρητικοποίηση που συνεπάγεται η πρακτική του ισχύοντος οικονομικού και πολιτικού συστήματος (καπιταλισμός, νεοφιλελευθερισμός) και όχι βέβαια με ριζοσπαστικά κοινωνικά και πολιτικά αιτήματα. Η πρακτική της σύγχρονης τέχνης, ακόμη πολλές φορές από το εργαστήριο του καλλιτέχνη μέχρι τις μεγάλες εγχώριες και διεθνείς διοργανώσεις τέχνης, τέμνεται από τη λογική της αγοράς, όπως επίσης και το καλλιτεχνικό έργο από τη λογική της αξίας (ή υπεραξίας / συμβολικής αξίας) του εμπορεύματος. Από την ίδια λογική, δηλαδή, που επιβάλλει την ωμή βία (στον εργαζόμενο, στον πολίτη, στους πολίτες αντίπαλου κράτους), τη ίδια λογική που επιβάλλει τις σχέσεις υποταγής, την εκμετάλλευση και την εξατομίκευση των αναγκών μας σε τέτοιο βαθμό που μετατρέπονται σε απέραντη αδιαφορία προς τη συνείδηση της κοινωνικότητας μας, των συλλογικών αιτημάτων και των κοινών διεκδικήσεων.

Η κοινωνία επομένως δυσκολεύεται πολύ να αφουγκραστεί την τέχνη ως μέρος μιας ριζοσπαστικής κοινωνικής διεργασίας σήμερα. Χαρακτηριστικές ήταν οι συνεχόμενες ερωτήσεις σε κείμενα που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Δεκέμβρη: Πού είναι οι καλλιτέχνες ή τι κάνουν οι καλλιτέχνες; Γιατί δεν μιλούν οι καλλιτέχνες;

Πώς, όμως, η ίδια η τέχνη(6) αντιλαμβάνεται τον εαυτό της σε μια τέτοια συνθήκη κρίσης; Το ζητούμενο δεν είναι να γίνει η τέχνη από μόνη της φορέας αλλαγών, αλλά να δημιουργήσει πεδία αντιπαράθεσης, αντίστοιχα με άλλους κοινωνικούς χώρους, ώστε να παραχθεί πολιτικό αποτέλεσμα, κοινωνική δηλαδή αφύπνιση και εγρήγορση. Ο Ίταλο Καλβίνο αναφέρει στις Αόρατες Πόλεις: «Ψάξε και μάθε να αναγνωρίζεις ποιος και τι, στο μέσο της κόλασης, δεν είναι κόλαση, και κατόπιν στήριξέ το, δώστου χώρο».(7)
Αυτό μπορεί να κάνει η τέχνη. Για ποιο λόγο αδυνατεί να το κάνει; Για ποιο λόγο σήμερα παραμένει αμήχανη, δυσκίνητη μπροστά στην κρίση και την κοινωνική εξέγερση, που προσφάτως ζήσαμε;(8)

Θεωρούμε ότι αυτό συμβαίνει επειδή η τέχνη εξαντλείται στην αυτοαναφορικότητά της. Η κυρίαρχη καλλιτεχνική κίνηση διατρέχεται από την αγωνία να μην απολέσει την ταυτότητά της ως τέχνη, να οριστεί αυστηρά ως καλλιτεχνικό έργο ή δράση. Διατυπώνεται δηλαδή μια επείγουσα ανάγκη να διατηρηθεί πέρα και πάνω από όλα η ταυτότητα του καλλιτέχνη και του καλλιτεχνικού έργου, ως προσπάθεια διάσωσης και κατοχύρωσης της ίδιας της τέχνης, καθώς μέσα σε έναν κατακερματισμένο κόσμο ανταγωνισμών, η ταυτότητα, όπως αναφέρει ο Holloway «είναι ένας φαινομενικός παράδεισος σιγουριάς» ή επειδή, όπως επίσης αναφέρει ο ίδιος, «η ταυτότητα εξαλείφει τον πόνο».(9)

Σε ένα πολιτικο-κοινωνικό πρόταγμα είναι σημαντικό να υπάρχουν διαφορετικές αφετηρίες, πολλές διαφορετικές διαδρομές. Έτσι, ενώ η τέχνη είναι ή μπορεί να αποτελέσει μια από αυτές τις αφετηρίες, δεν προχωρά σήμερα σε ένα μετασχηματισμό του αποτελέσματος της δράσης της σε πολιτική πράξη ή, για να το διατυπώσουμε καλύτερα, η σύγχρονη τέχνη δεν επιτρέπει στο παραγόμενο προϊόν της να αφομοιωθεί από την κοινωνική διαδικασία και να μετασχηματισθεί σε πολιτική συνείδηση. Αντίθετα, παράγει και διακινεί το προϊόν της υπό όρους, δηλαδή μόνο με την ετικέτα «καλλιτεχνικό προϊόν».(10) Στην πραγματικότητα, όμως, μʼ αυτό τον τρόπο ακυρώνει τον πολιτικό της χαρακτήρα και όποια διαπραγμάτευση ζητημάτων με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις επιχειρεί καταλήγει, τις πιο πολλές φορές, στην αισθητικοποίηση της πολιτικής και τίποτε περισσότερο. (Η εξέγερση αναδεικνύεται ως το απόλυτο θέαμα).

Αν, για παράδειγμα, μια δημόσια συζήτηση, που οργανώνεται από καλλιτέχνες με στόχο τον προβληματισμό γύρω από έντονες και ταχύτατες κοινωνικές διεργασίες, αντί να παραμένει μια ανοιχτή και δυναμική διαδικασία σε εξέλιξη, τελικά καταγράφεται (documentation) από τους ίδιους τους καλλιτέχνες, προωθείται και διακινείται από τους ίδιους ως τέχνη (μέσα σε βιβλία, καταλόγους, δημοσιεύματα) ή εκτίθεται ως καλλιτεχνικό προϊόν (σε εκθεσιακούς χώρους, μουσεία), τότε φυσικά ούτε ο καλλιτέχνης μπορεί να αναδυθεί ως πολιτικό υποκείμενο ούτε αυτήν η ίδια η δράση να έχει διευρυμένες, δηλαδή πολιτικές, προεκτάσεις. Αντίθετα, αυτή είναι μια διαδικασία ανακύκλωσης, ταυτοποίησης και ουσιαστικά νεκροφιλίας, γιατί απονεκρώνει την ροή της πράξης και απορροφάται εύκολα από έναν κατακερματισμένο κόσμο πολλών διαφορετικών ταυτοτήτων που δεν μπορούν να βρεθούν σε σύνθεση μεταξύ τους. Ο καλλιτέχνης είναι μόνο καλλιτέχνης και είναι μόνος. Η έμφαση στη δημιουργία της ταυτότητας του καλλιτέχνη και του καλλιτεχνικού έργου παύει να περιέχει μέσα της μια διαδικασία σε εξέλιξη, μετατρέπεται σε «είναι», μια ουσία τετελεσμένη και επομένως νεκρή, φετιχοποιείται. Ο φετιχισμός του καλλιτεχνικού προϊόντος είναι διαδικασία αντίστοιχη με το φετιχισμό του εμπορεύματος και η καταγραφή, αναπαραγωγή και συσσώρευση του καλλιτεχνικού γεγονότος είναι επίσης αντίστοιχη με τη λογική της καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Ας πάρουμε, τώρα, ένα αντίστροφο παράδειγμα: την ανάρτηση, πριν από κάποιες ημέρες, του πανό στην Ακρόπολη. Το πανό έφερε ένα άκρως πολιτικό μήνυμα: «Αντίσταση». Ας υποθέσουμε ότι αυτή η δράση είχε οργανωθεί από ομάδα καλλιτεχνών. Είναι σαφώς μια πολιτική δράση, ακριβώς γιατί στο τέλος δεν καταγράφηκε ως καλλιτεχνική δράση, δεν έλαβε δηλαδή την ετικέτα «τέχνη». Αν, αντιθέτως, ήταν στις προθέσεις τους να αναρτήσουν το πανό και ταυτόχρονα να καταγράφουν τη δράση με στόχο στο τέλος να την εκθέσουν, τότε θα παραγόταν ένα τελείως διαφορετικό αποτέλεσμα. Δεν θα μπορούσε να είναι πολιτική δράση, αλλά θα κατέληγε σε αναπαράσταση αυτής.(11) Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, συμβαίνει ένα ρήγμα στην αυτοαναφορικότητα της τέχνης. Σημασία δεν έχει ότι είναι τέχνη, αλλά ότι είναι: τέχνη και κάτι περισσότερο. Ο καλλιτέχνης δεν είναι μόνο καλλιτέχνης, αλλά: καλλιτέχνης και κάτι περισσότερο.(12) Η πράξη αυτή ενδεχομένως θα μπορούσε να έχει ως αφετηρία της την τέχνη, αλλά παραμείνει μια ανοιχτή διαδικασία, ένα διακύβευμα, ένα αίτημα που οποιοσδήποτε επιθυμεί μπορεί να το έχει και ως δικό του αίτημα. Δεν τίθεται, δηλαδή, ως αυτοσκοπός η επαναφορά της κίνησής της στην αρχική της αφετηρία, δεν διεκδικεί μια καταγωγική ταυτότητα. Και γιʼ αυτό ίσως είναι περισσότερο μια καλλιτεχνική δράση από οποιαδήποτε άλλη. Σε αντίθεση με την περφόρμανς που επιχείρησαν χορευτές έξω από το κτίριο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών στην Αλεξάνδρας, την οποία ένας από αυτούς παρουσίασε αργότερα σε τηλεοπτική εκπομπή, συστήνοντας και τον εαυτό του.(13) Πολιτική πράξη ήταν επίσης αυτή που οργανώθηκε από καλλιτέχνες (σκηνοθέτες, ηθοποιούς, εικαστικούς) στο Εθνικό Θέατρο. Κι αυτό γιατί διέκοψε την καλλιτεχνική πράξη, διέκοψε δηλαδή την αναπαράσταση της πραγματικότητας (ως διαδικασία διαχωρισμού από αυτήν) και την ταύτισε με αυτό που συνέβαινε έξω, με την ίδια την πραγματικότητα. Ήταν πολιτική πράξη, επίσης, γιατί παρήγαγε δράση καθώς πολλοί από τους θεατές έφυγαν από το θέατρο για να συμμετέχουν στην πορεία.

Η τέχνη αποτελεί μέρος της κοινωνικής αλυσίδας και ως τέτοια μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις καθώς σʼ αυτήν συμπυκνώνονται όλες οι κοινωνικές αντιφάσεις. Αλλά για να ασκήσει κριτική στην κοινωνία πρέπει καταρχάς να ασκήσει αυτοκριτική, η οποία σημαίνει και αυτοαναίρεσή της ως ισχύον σήμερα σύστημα.(14) Αν η τέχνη σε παλιότερες ιστορικές συγκυρίες μπορούσε να αμφισβητήσει τους θεσμούς ασκώντας κριτική από μέσα, τώρα αυτό το μοντέλο έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές του. Η ενσωμάτωση και η αναπαραγωγή του συστήματος φαίνεται πως είναι πια η κυρίαρχη αντίληψη.

Βασικός χώρος πολιτικής δράσης και της τέχνης είναι σαφώς ο δημόσιος χώρος, ως χώρος άσκησης πολιτικής, εκφοράς πολιτικού λόγου, ανάδειξης και συνύπαρξης των κοινωνικών αντιφάσεων και διακυβευμάτων. Ο δημόσιος χώρος είναι ο πραγματικός χώρος, δεν ανήκει ούτε στη σφαίρα των ιδεών ούτε της πολιτικής θεωρίας. Είναι ο χώρος της σωματοποιημένης επικοινωνίας, της συνάντησης, της συμβίωσης και της σύγκρουσης. Είναι ο ζωτικός μας χώρος, αυτός για τον οποίο οφείλουμε και καλούμαστε να παλέψουμε καθημερινά. Η σημασία του δημόσιου χώρου είναι πρωταρχική σε διάλογο, βέβαια, με τη δημόσια σφαίρα. Πιστεύουμε στην προτεραιότητα του δημόσιου χώρου, επειδή θεωρούμε πως είναι πιο ριζοσπαστικό σήμερα, που όλα ανάγονται σε έναν άκρατο σχετικισμό, να μάθουμε να διοργανώνουμε μια μακροπολιτική μέσα από τον αγώνα στο επίπεδο της απτής καθημερινότητας. Θεωρούμε την πολιτική ως την ταύτιση της θεωρίας με την πράξη και κάθε πολιτική πράξη νοείται ως τέτοια επειδή ακριβώς ενέχει για το υποκείμενο που την ασκεί ένα ρίσκο. Δεν μας απομένει τίποτα αν και αυτή την αγωνιστική μας δυναμική την απωθήσουμε στο επίπεδο της διαβούλευσης και της εκπροσώπησης, αν δηλαδή την εκχωρήσουμε σε άλλους ή σε αλλότριες διαδικασίες.

Αντίθετα, μέσα από την πρακτική εφαρμογή τεχνικών αυτοοργάνωσης και συμμετοχικότητας (κολεκτίβες, επιτροπές κατοίκων, συνελεύσεις, καταλήψεις κ.α.), αλληλέγγυας και συλλογικής σκέψης και αδιαμεσολάβητης δράσης (συμμετοχή σε πορείες διαμαρτυρίας, δημιουργία κέντρων αντι-πληροφόρησης κ.α.), μέσα από την ενίσχυση των αντιστάσεών μας απέναντι στο φόβο της καταστολής και της διατάραξης της κανονικότητάς μας, καλλιεργείται πρωτίστως η συνείδηση πως μπορούμε μόνοι μας να ανατρέψουμε αυτή την κατάσταση. Μέσα από τέτοιες διαδικασίες και ζυμώσεις που διαρκούν οικοδομούνται εναλλακτικές μορφές που είναι ανταγωνιστικές προς τις ισχύουσες και αφαιρούν το μονοπώλιο της κυριαρχίας τους.(15) Και αυτές, όπου συμβαίνουν, μπορούν να είναι τα παραδείγματα μιας ανατρεπτικής διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης και απελευθέρωσης της ζωής μας και τα ψήγματα ενός νέου πράγματος που πάει να γεννηθεί. Είναι ακριβώς αυτό που ακούμε και φωνάζουμε αυτές τις ημέρες στους δρόμους της Αθήνας: «Στο δρόμο γεννιούνται οι συνειδήσεις».

Αθήνα, 5 Ιανουαρίου 2009
Κοινότητα Ανοικοδόμησης / Reconstruction Community

(Στη συζήτηση για τη σύνταξη του κειμένου συνέβαλαν οι: Έλενα Ακύλα, Νίκος Καζέρος, Χάρης Κοντοσφύρης, Κατερίνα Νασιώκα, Δημήτρης Χαλάτσης)

 

*Κοινότητα Ανοικοδόμησης/ Reconstruction community  Η Κοινότητα ανοικοδόμησης αποτέλεσε μια ανοιχτή, μη ιεραρχική, συλλογικότητα της οποίας τα μέλη προέρχονταν από διαφορετικούς χώρους, με διάθεση συμμετοχής σε συλλογικές διαδικασίες και δράσεις που προήγαγαν την πολιτική συνειδητότητα. Πρακτικά, αυτό σήμαινε την έξοδο από την «ιδιωτική» σφαίρα και την ενεργοποίηση στο δημόσιο χώρο. Προσπάθησε να διερευνήσει τα όρια του δημόσιου χώρου, πολλές φορές μέσα από καλλιτεχνικές πρακτικές,  αλλά κυρίως τη δυνατότητα και τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να επιτευχθούν καλύτερες συνθήκες συμβίωσης.

.

Υποσημειώσεις
(1) Το κόμμα είναι εσκεμμένο στο τέλος του τίτλου, αφήνει μετέωρη την πρόταση και σημαίνει με μια έννοια: να κάνουμε πολιτική και κάτι περισσότερο (μια ανάλυση για την ταυτότητα που δανειζόμαστε από τον Holloway και την τοποθετούμε στη συγκεκριμένη συζήτηση για την τέχνη, όπως αναλύεται στη συνέχεια του κειμένου).
(2) Η συζήτηση διοργανώθηκε σε διαμέρισμα της οδού Σατωβριάνδου στις 14-12-2008 από την ομάδα Under Construction. Για μια περαιτέρω ενημέρωση, μπορείτε να δείτε τον διαδικτυακό τόπο:
http://our-living-room.blogspot.com
(3) Βλ. σχ. σε άλλες ιστορικές συγκυρίες στο: Δασκαλοθανάσης, Νίκος, Ο καλλιτέχνης ως ιστορικό υποκείμενο. Από τον 19ο αιώνα στον 21ο αιώνα εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2004, σ. 104.
(4) Φωτόπουλος, Τάκης, «Το έγκλημα σιωνιστών / υπερεθνικής ελίτ και η Αριστερά», Ελευθεροτυπία, 3-1-2009, σ. 8.
(5) Βλ. σχετικό κείμενο της Κοινότητας Ανοικοδόμησης με τίτλο «Μπορεί κανείς να υπερβεί την αλλοτρίωση χρησιμοποιώντας τους κώδικες της ίδιας της αλλοτρίωσης;», Δεκέμβριος 2008. Βλ. επίσης αντι-δραση που έλαβε χώρα μέσα στην έκθεση από τους http://localathens.blogspot.com/2009/01/blog-post_20.html       

(6) Σε όλο το κείμενο δεν αναφερόμαστε στην τέχνη οντολογικά, αλλά στα κοινωνικά υποκείμενα και τις υφιστάμενες κοινωνικές σχέσεις της σύγχρονης καλλιτεχνικής παραγωγής στο σύνολό της (καλλιτέχνες, θεωρητικούς, κριτικούς, θεσμούς, διοργανωτές).
(7) Δανειστήκαμε τη φράση από το παράθεμα της Εισαγωγής στο: Day, J.F. Richard, Το τέλος της ηγεμονίας. Αναρχικές τάσεις στα Νεότατα Κοινωνικά Κινήματα, (μετάφραση: Παναγιώτης Καλαμαράς), Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα, 2008, σ. 9.
(8) Aντίστοιχα με τα παραπάνω ερωτήματα φαίνεται πως διατυπώνονται και από την πλευρά του καλλιτεχνικού υποκειμένου: Τι κάνω εγώ που είμαι καλλιτέχνης; Γιατί δεν μπορώ να μιλήσω για τα γεγονότα; Θέλω; Μπορώ; Γιατί πρέπει να μιλήσω ως καλλιτέχνης; Πρέπει;
(9) Holloway, John, Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία, Σαββάλας, Αθήνα, 2006, σ. 203 και σ.211. Βλ. σχ. στο ίδιο την εξαιρετική ανάλυσή του περί ταυτοποίησης και φετιχοποίησης σσ.166-214.
(10) Αντίστοιχα, η σχέση της τέχνης με άλλες γνωστικές περιοχές είναι κατʼ επίφαση μια ανοιχτή διαδικασία, καθώς ακόμη και όταν ενσωματώνει στοιχεία τους διατηρεί έναν ηγεμονικό ρόλο, πρόκειται δηλαδή για μια τεχνητή ώσμωση, προκειμένου να διατηρήσει την πρωτοκαθεδρία της.
(11) Βλ. σχ. απόψεις για την αναπαράσταση της δράσης στο Δασκαλοθανάσης, Νίκος, ό.π., σ.169.
(12) Σημασία έχει αυτό που υπερβαίνει την ταυτότητα του καλλιτέχνη. Βλ. σχ. στο Holloway, John, ό.π., σ. 210, όπου αναφέρει: «Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε μια πάλη που αφορά απλώς την ταυτότητα («είμαστε Μαύροι», «είμαστε Ιρλανδοί», «είμαστε Βάσκοι») και μια πάλη που αφορά την ταυτότητα και, παράλληλα με την ταυτοποίηση, αρνείται αυτή την ταυτοποίηση: «είμαστε ιθαγενείς αλλά είμαστε και κάτι παραπάνω από ιθαγενείς», «είμαστε γυναίκες αλλά δεν είμαστε μόνο γυναίκες». Ενώ η δεύτερη μορφή πάλης κινείται ενάντια στην ταυτοποίηση κατά την ίδια τη διαδικασία επιβεβαίωσης της ταυτότητας, η πρώτη απορροφάται εύκολα από έναν κατακερματισμένο κόσμο ταυτοτήτων».
(13) Στην εκπομπή «ΕΡΕΥΝΑ» του Παύλου Τσίμα στις 16-12-2008.
(14) Αντίθετα η τέχνη αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως ελίτ και συνεργεί με άλλες κυρίαρχες ελίτ στην παγίωση του υφιστάμενης κατάστασης, χρησιμοποιώντας γραφειοκρατικούς μηχανισμούς ελέγχου της επιβίωσής της ως κομμάτι του συστήματος της αγοράς.
(15) Βλ. σχ. για τα ρεύματα της άμεσης δράσης στο σύγχρονο ριζοσπαστικό ακτιβισμό, Day, J.F. Richard, ό.π., σσ.31-65.

 

Exesoterikotites_icon

Πρόγραμμα ημερίδας:

https://www.benaki.gr/images/events/pdf/press_release_hmerida_parkour.pdf

 

Τέχνη και θεωρία του πολιτικού – Μεθοδολογίες εμπλοκής: Μια συζήτηση του Γιάννη Σταυρακάκη με τον Κωστή Σταφυλάκη και την Ελπίδα Καραμπά

http://www.academia.edu/9178670/%CE%A4%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D_-_%CE%9C%CE%B5%CE%B8%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B5%CF%82_%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%9C%CE%B9%CE%B1_%CF%83%CF%85%CE%B6%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%93%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7_%CE%A3%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BA%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%BF%CE%BD_%CE%9A%CF%89%CF%83%CF%84%CE%AE_%CE%A3%CF%84%CE%B1%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BB%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B1_%CE%9A%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC_Art_and_theory_of_the_political_-_methodologies_of_engagement_A_discussion_between_Yannis_Stavrakakis_Kostis_Stafylakis_and_Elpida_Karamba_

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: